LSJὁππότανGlossὁππόταν , ὁππότε , ὁππότερος , ὁπποτέρωθεν , Ep. for ὁποτ-.ὁππόταν,ὁππότε,ὁππότερος,ὁπποτέρωθεν, Ep. forὁποτ-.Related Lemmasὁππότεὁππότεροςὁπποτέρωθεν