ὀργ-αίνω,
A.
= ὀργίζω ,make angry, enrage,
καὶ γὰρ ἂν πέτρου φύσιν σύ γ' ὀργάνειας
S. OT 335
.
II. intr., like ὀργίζομαι ,groworbe angry,
Id. Tr. 552 ;τινι withone, E. Alc. 1106 ; cf. ὁρμαίνω
11.2
.
make angry, enrage,
ὀργ-αίνω,
A.
= ὀργίζω ,make angry, enrage,
καὶ γὰρ ἂν πέτρου φύσιν σύ γ' ὀργάνειας
S. OT 335
.
II. intr., like ὀργίζομαι ,groworbe angry,
Id. Tr. 552 ;τινι withone, E. Alc. 1106 ; cf. ὁρμαίνω
11.2
.