ὄργανον,τό, (ἔργον, ἔρδω)
A. instrument, implement, tool, for makingordoinga thing, S. Tr. 905 , cf.ἀθηρόβρωτος; λογχοποιῶν ὄργανα
E. Ba. 1208
, cf. Ion 1030 ; πολεμικὰ ὅπλα τε καὶ ὄργανα
Pl. R. 374d
, cf. Lg. 956a ;ὄ.without anyAdj.,engine of war,
Ctes. Fr. 81 ; τὰ ναυτικὰ ὄ. tackle,
Pl. Plt. 298d
; ὄ. ὅσα περὶ γεωργίαν
Id. R. 370d
; ὄνομα ἄρα διδασκαλικόν τί ἐστιν ὄ.
Id. Cra. 388b
;ὄργανα χρόνωνorχρόνου,of the stars, Id. Ti. 41e , 42d ; ὄ. κυβευτικά
Aeschin. 1.59
; of a person, ἁπάντων ἀεὶ κακῶν ὄ.