ὄργυιᾰ, Att.
ὄργυᾰ,ᾶς, IG 22.1672.9 ; Ion.
ὄργυιᾰ,ῆς , ἡ(v. infr.): (ὀρέγω):—
A. the length of the outstretched arms,about 6
feetor Ifathom,
ἕστηκε ξύλον . . ὅσον τ' ὄργυι' ὑπὲρ αἴης
Il. 23.327
; τοῦ μὲν ὅσον τ' ὄργυιαν ἐγὼν ἀπέκοψα
Od. 9.325
, cf. 10.167 , X. Mem. 2.3.19 .
2. more precisely, αἱ ἑκατὸν ὀργυιαὶ δίκαιαί εἰσι στάδιον ἑξάπλεθρον, ἑξαπέδου τῆς ὀργυιῆς μετρεομένης καὶ τετραπήχεος
Hdt. 2.149
, cf. 4.41 , 86 , PHal. 1.98
(iii B. C.), POxy. 669.39
(iii A. D.).
3. rod for measuring land, =