LSJὀρεσῐ́-οικοςGlossὀρεσῐ́-οικος , ον , = ὀρείοικος , Hsch. s.v. ὀρεσκῴοισιν.ὀρεσῐ́-οικος,ον,A.= ὀρείοικος , Hsch.s.v. ὀρεσκῴοισιν.ReferencesHsch.