ὀρεσχάς,άδος,ἡ,
A.
= ὄσχη , Harp.
s.v. ὀσχοφόροι ; = τὸ σὺν τοῖς βότρυσιν ἀφαιρεθὲν κλῆμα , Hsch.
ὀρεσχάς , άδος , ἡ , = ὄσχη , Harp. s.v. ὀσχοφόροι ; = τὸ σὺν τοῖς βότρυσιν ἀφαιρεθὲν κλῆμα , Hsch.
ὀρεσχάς,άδος,ἡ,
A.
= ὄσχη , Harp.
s.v. ὀσχοφόροι ; = τὸ σὺν τοῖς βότρυσιν ἀφαιρεθὲν κλῆμα , Hsch.