LSJἀνασπάς:Glossἀνασπάς: <φυ>τὸν ἀνεσπασμένον, Hsch. ( ἀνασπάσιον: ἀ. cod.; cf. παρασπάς ).ἀνασπάς: <φυ>τὸν ἀνεσπασμένον,Hsch. (ἀνασπάσιον: ἀ.cod.; cf.παρασπάς).