ὀρθό-πους,ὁ,ἡ,πουν,τό, gen.ποδος,
A. upright on their feet,
ὀ. βαίνοντες ἄνις . . τιθήνης
Nic. Al. 419
.
II. steep,
ὀρθόποδος ὑπὲρ πάγου
S. Ant. 985
(lyr.); cf. ὄρθιος
1
,Ὀρθόπαγον.
upright on their feet,
ὀρθό-πους,ὁ,ἡ,πουν,τό, gen.ποδος,
A. upright on their feet,
ὀ. βαίνοντες ἄνις . . τιθήνης
Nic. Al. 419
.
II. steep,
ὀρθόποδος ὑπὲρ πάγου
S. Ant. 985
(lyr.); cf. ὄρθιος
1
,Ὀρθόπαγον.