LSJὀρί-γονοςGlossὀρί-γονος [ῐ] , ον , = Ὀρ<> ιγενής , πεῦκαι Tim. Pers. 88 .ὀρί-γονος [ῐ],ον,= Ὀρ<>ιγενής, πεῦκαιTim. Pers. 88 .