LSJὀρι-τρεφήςGlossὀρι-τρεφής , ές , and ὀρί-τροφος , ον , v. ὀρειτρ-.ὀρι-τρεφής,ές, andὀρί-τροφος,ον,A.v. ὀρειτρ-.Related Lemmasὀρί-τροφος