ὄρομαι,
A. keep watch,used only in compd. withἐπί,which is always separated from the Verb by tmesis, αἰπόλια πλατέ̓ αἰγῶν . . ἐσχατιῇ βόσκοντ', ἐπὶ δ' ἀνέρες ἐσθλοὶ ὄρονται
Od. 14.104
; ἐπὶ δ' ἀνέρες ἐσθλοὶ ὄροντο, οἶνον οἰνοχοεῦντες
3.471
(cf.ὄρνυμιad init.); ἐπὶ δ' ἀνὴρ ἐσθλὸς ὀρώρει Μηριόνης
Il. 23.112
.—So Sch. Od. 14.104 (cf.ὅρει: φυλάσσει,
Hsch. ) rightly :ἐπὶ . . ὄρομαιis related toἐπίουρος ̔ἔφορος̓.