ὄρουσις,εως,ἡ , ̔ὀρούὠ
A.
= ὅρμησις, ὁρμή , defined asφορὰ διανοίας ἐπί τι μέλλον,
Stoic. 3.40 ; prob. cj. in Ph. 1.602 forἔρυσιν.
ὄρουσις , εως , ἡ , ̔ὀρούὠ = ὅρμησις, ὁρμή , defined as φορὰ διανοίας ἐπί τι μέλλον, Stoic. 3.40 ; prob. cj. in Ph. 1.602 for ἔρυσιν.
ὄρουσις,εως,ἡ , ̔ὀρούὠ
A.
= ὅρμησις, ὁρμή , defined asφορὰ διανοίας ἐπί τι μέλλον,
Stoic. 3.40 ; prob. cj. in Ph. 1.602 forἔρυσιν.