LSJὄρπη:Glossὄρπη: σίδηρος, ἐν ᾧ τὸν ἐλέφαντα τύπτουσιν, Hsch. (Perh. cf. ἅρπη 11.2 .)ὄρπη: σίδηρος, ἐν ᾧ τὸν ἐλέφαντα τύπτουσιν,Hsch. (Perh. cf.A.ἅρπη11.2.)References11.2