ὀρρωδία, Ion.
ἀρρωδίη,ἡ,
A. terror,
Hdt. 7.173 , E. Ph. 1389 , etc.; τοὺς Ἕλληνας εἶχε δέος τε καὶ ἀ.
Hdt. 8.70
; ἐν ὀ. ἔχειν τι
Th. 2.89
; ἐστὶ ἀ. τινὶ περί τινος
Hdt. 9.101
; ἐς πᾶσαν ἀ. ἀπίκατο, μὴ . .
Id. 4.140
; ὀ. μοι μή τι βουλεύσῃς κακόν
E. Med. 317
.