LSJὄρχεαGlossὄρχεα , = ὄσχεος , Gal. 19.127 ; ὀρχέα: ἡ τοῦ ταύρου ὀ<ς>χέα, Hsch.ὄρχεα,A.= ὄσχεος , Gal. 19.127 ;ὀρχέα: ἡ τοῦ ταύρου ὀ<ς>χέα,Hsch.ReferencesGal. 19.127Hsch.