ὀρχέομαι,impf. ὠρχούμην: Ep.
3 pl. pres. ὀρχεῦνται, impf. ὠρχεῦντο(v. infr.):fut.
A.
ὀρχήσομαι
Ar. Th. 1178
, etc.:aor.
ὠρχησάμην
Anacr. 69
, Hdt. 6.129 ;inf.
ὀρχήσασθαι
Hom.
(v. infr.):— Pass. ,aor.
ὠρχήθην
Euph. 87
:—dance,
ἠί̈θεοι καὶ παρθένοι . . ὠρχεῦντ'
Il. 18.594
; Ἅλιον καὶ Λαοδάμαντα κέλευσε μουνὰξ ὀρχήσασθαι