ἀνα-στονᾰχέω,
A.
= ἀναστένω , Orph. A. 1287 :—alsoἀνα-στοναχίζω, Q.S. 2.634 (s. v. l.).
ἀνα-στονᾰχέω , = ἀναστένω , Orph. A. 1287 :—also ἀνα-στοναχίζω , Q.S. 2.634 (s. v. l.).
ἀνα-στονᾰχέω,
A.
= ἀναστένω , Orph. A. 1287 :—alsoἀνα-στοναχίζω, Q.S. 2.634 (s. v. l.).