LSJὀστο-κόραξGlossὀστο-κόραξ , ᾰκος , ὁ , = ὀστοκατεάκτης , Gloss.ὀστο-κόραξ,ᾰκος,ὁ,A.= ὀστοκατεάκτης ,Gloss.