ὀστρᾰκό-εις,εσσα,εν, poet. for
A.
ὀστράκινος, δόμος ὀ.
AP 9.86
( Antiphil. );νῶταPoet. ap. Suid.
s.v. στυφελισμός : contr.
ὀστρακοῦς
Gal. 8.190
.
ὀστρᾰκό-εις , εσσα , εν , poet. for ὀστράκινος, δόμος ὀ. AP 9.86 ( Antiphil. ); νῶτα Poet. ap. Suid. s.v. στυφελισμός : contr. ὀστρακοῦς Gal. 8.190 .
ὀστρᾰκό-εις,εσσα,εν, poet. for
A.
ὀστράκινος, δόμος ὀ.
AP 9.86
( Antiphil. );νῶταPoet. ap. Suid.
s.v. στυφελισμός : contr.
ὀστρακοῦς
Gal. 8.190
.