ὄστρῐμον,τό,
A. byreorenclosurefor cattle, βόας ὀστρίμου ἐξήλασσεν
Antim. 41
, cf. Lyc. 94 (pl.):ὄστριμον: ἐν ᾧ αἱ θεριναὶ μοναὶ τόπος, οἱ δὲ ἔπαυλις, Hsch.
byre
ὄστρῐμον,τό,
A. byreorenclosurefor cattle, βόας ὀστρίμου ἐξήλασσεν
Antim. 41
, cf. Lyc. 94 (pl.):ὄστριμον: ἐν ᾧ αἱ θεριναὶ μοναὶ τόπος, οἱ δὲ ἔπαυλις, Hsch.