LSJὀσφρ-ητικόςGlossὀσφρ-ητικός , ή , όν , = ὀσφραντικός , Gal. 2.873 , D.L. 9.80 .ὀσφρ-ητικός,ή,όν,A.= ὀσφραντικός , Gal. 2.873 , D.L. 9.80 .ReferencesGal. 2.873D.L. 9.80