LSJἀνα-σχινδῠλεύωGlossἀνα-σχινδῠλεύω , = ἀνασκολοπίζω , Pl. R. 362a ; cf. ἀνασκινδυλεύω.ἀνα-σχινδῠλεύω,A.= ἀνασκολοπίζω , Pl. R. 362a ; cf.ἀνασκινδυλεύω.ReferencesPl. R. 362a