LSJοὐφίδρωμα:Glossοὐφίδρωμα: τοῦ σάγματος ἡ πρὸς τῇ πλευρᾷ διφθέρα , Hsch.οὐφίδρωμα: τοῦ σάγματος ἡ πρὸς τῇ πλευρᾷ διφθέρα, Hsch.