ὀχετ-εύω,
A. conductwaterby a conduitorcanal, τὸν ποταμὸν ὀχετεῦσαι
Hdt. 2.99
, cf. PPetr. 1p.78
(iii B. C.): metaph., ἐκ στομάτων καθαρὴν ὀχετεύσατε πηγήν
Emp. 4.2
; πῦρ ἐπὶ πῦρ ὀ. εἰς τὸ σῶμα
Pl. Lg. 666a
; ἡ φύσις τὸ αἷμα διὰ παντὸς ὠχέτευκε τοῦ σώματος
Arist. PA 668a20
:— Med. , ῥοῦν ὀχετευσάμενος
AP 9.162
:— Pass. ,to be conducted, conveyed, ὕδωρ ὀχετευόμενον διὰ σωλήνων
Hdt. 3.60
; πρὸς οἶκον ὠχετεύετο φάτις
A. Ag. 867