παιδ-ικέωρ: ἐν γυμνασίῳ ὑπηρέτης, Hsch. ; cf.παιδισκιωρός.
παιδ-ικέωρ:
Gloss
παιδ-ικέωρ: ἐν γυμνασίῳ ὑπηρέτης , Hsch. ; cf. παιδισκιωρός .
παιδ-ικέωρ: ἐν γυμνασίῳ ὑπηρέτης , Hsch. ; cf. παιδισκιωρός .
παιδ-ικέωρ: ἐν γυμνασίῳ ὑπηρέτης, Hsch. ; cf.παιδισκιωρός.