ἀγορᾱ-νομικός,ή , όν.
A. oforfor the ἀγορανόμοςorhis office, ἀ. ἄττα
Pl. R. 425d
; νόμιμα
Arist. Pol. 1264a31
; νόμος
Milet. 3.145
( 200 B.C.); τιμαί
CIG 1716
(Delph.); στέφανος
POxy. 1252v17
(iii A.D.).
II. =Lat.aedilicius, ἀρχαιρέσια
Plu. Pomp. 53
; ἐξουσία
D.H. 6.95
.