παιδότριψ,ῐβος,ὁ,
A.
= παιδοτρίβης , Luc. Tim. 14 ; but f.l. for πεδότριψ in Ph. 2.446 .
παιδότριψ , ῐβος , ὁ , = παιδοτρίβης , Luc. Tim. 14 ; but f.l. for πεδότριψ in Ph. 2.446 .
παιδότριψ,ῐβος,ὁ,
A.
= παιδοτρίβης , Luc. Tim. 14 ; but f.l. for πεδότριψ in Ph. 2.446 .