πακτ-όω, (πακτός)
A. fasten, close, Archil. 187 ;δῶμα πάκτου make fastthe house, S. Aj. 579 ; μοχλοῖς καὶ κλῄθροισι τὰ προπύλαια π.
Ar. Lys. 265
.
2. stop up, caulk, τὰ τετρημένα ῥακίοις
Id. V. 128
.
3. bind fast, λαίφεα
AP 10.23
( Autom. ).
fasten, close
πακτ-όω, (πακτός)
A. fasten, close, Archil. 187 ;δῶμα πάκτου make fastthe house, S. Aj. 579 ; μοχλοῖς καὶ κλῄθροισι τὰ προπύλαια π.
Ar. Lys. 265
.
2. stop up, caulk, τὰ τετρημένα ῥακίοις
Id. V. 128
.
3. bind fast, λαίφεα
AP 10.23
( Autom. ).