πᾰλαίω, Aeol.
πάλαιμιHdn.Gr. 2.930 ; Boeot.
παλήωib. 949 :fut. παλαίσω:aor. ἐπάλαισα: (πάληA):—
A. wrestle, οὐ γὰρ πύξ γε μαχήσεαι οὐδὲ παλαίσεις
Il. 23.621
;καί νύ κε τὸ τρίτον . . πάλαιονib. 733 ; παλαίους' ἐς τρίς
S. Fr. 941.13
; οἱ ἐπιστάμενοι παλαίειν
Pl. Prt. 350e
; ἐπάλαισαν κάλλιστα Ἀθηναίων
Id. Men. 94c
;τὸν παλαίσαντά ποτ' ἐκεῖνονhim once famousas a wrestler, D. 21.71 .
2. π. τινί wrestle withone, Φιλομηλείδῃ ἐπάλαισεν
Od. 4.343
, 17.134 ; λέοντι
Pi. P. 9.27