πᾰλάσσω,pf.
Pass.
πεπάλαγμαι, Ep. Verb,
A. besprinkle, defile, αἵματί τ' ἐγκεφάλῳ τε παλαξέμεν . . οὖδας
Od. 13.395
:—mostly in Pass. , παλάσσετο δ' αἵματι θώρηξ
Il. 5.100
; αἵματι καὶ λύθρῳ πεπαλαγμένον
Od. 22.402
, cf. Call. Lav.Pall. 7 ; πεπάλακτο πόδας καὶ χεῖρας ὕπερθεν
Od. 22.406
; αἰδοῖα γονῇ πεπαλαγμένος
Hes. Op. 733
; νιφετῷ π. ὕδωρ
Q.S. 12.410
:—in Med. ,παλάσσετο χεῖρας he bespattered hishands, Il. 11.169 .