LSJπᾰλινδρομ-ήςGlossπᾰλινδρομ-ής , ές , = παλίνδρομος, ἐς ταὐτά Aret. SA 2.9 .πᾰλινδρομ-ής,ές,A.= παλίνδρομος, ἐς ταὐτάAret. SA 2.9 .ReferencesAret. SA 2.9