LSJἄ-ναυτα:Glossἄ-ναυτα: ἠπειρωτικά, Hsch. ἄν-αυτα : παραχρῆμα ( Tarent. ), Id. (cf. πάραυτα ).ἄ-ναυτα: ἠπειρωτικά,Hsch.II. ἄν-αυτα:παραχρῆμα( Tarent. ), Id. (cf.πάραυτα).