παν-δημείorπαν-μί, Dor.
πανδᾱμείorπαν-μί
A. Th. 296 , Eu. 1038 (both lyr.):—Adv.ofπάνδημος,
A. with the whole people, in a massorbody, Hdt. 6.63 , 7.120 , al.; π. προπέμπεσθαι ἐπὶ θάνατον
Isoc. 10.27
; π., πανομιλεί
A. Th.
l.c., cf.Eu.l.c.; π. θύειν
Th. 1.126
; στρατεῦσαι
Id. 5.33
, cf. 1.73 , 90 , 4.42 , Pl. Lg. 814a ; παρεῖναι
And. 3.18
; ἐξελθεῖν
Lys. 2.49
; τὸν βάρβαρον π. δέκεσθαι
Hdt. 7.144