LSJπαν-δόκευσιςGlossπαν-δόκευσις , εως , ἡ , = πανδοκεία , Pl. Lg. 842d (pl.).παν-δόκευσις,εως,ἡ,A.= πανδοκεία , Pl. Lg. 842d (pl.).ReferencesPl. Lg. 842d