LSJπαν-δοκευτήςGlossπαν-δοκευτής , οῦ , ὁ , = πανδοκεύς , BGU 1468.3 ( iii/ii B. C. , pl.).παν-δοκευτής,οῦ,ὁ,A.= πανδοκεύς , BGU 1468.3 (iii/ii B. C., pl.).ReferencesBGU 1468.3