LSJΠάνιοςGlossΠάνιος [ ᾱ], α , ον , = Πανικός, Π. βήσσας A. Fr. 98 ; = μανιώδης, δαίμων Hsch.Πάνιος[ᾱ],α,ον,A.= Πανικός, Π. βήσσαςA. Fr. 98 ; = μανιώδης, δαίμωνHsch.ReferencesA. Fr. 98Hsch.