παντο-ρέκτης,ου,ὁ , ̔ῥέζὠ
A.
= πανοῦργος, Ἔρως
Anacreont. 10.11 , cf. Porph. Abst. 1.42 , Jul. Or. 6.197b .
II. (ὀρέγομαι)all-desiring, Adam. 1.16 , 2.41 .
παντο-ρέκτης , ου , ὁ , ̔ῥέζὠ = πανοῦργος, Ἔρως Anacreont. 10.11 , cf. Porph. Abst. 1.42 , Jul. Or. 6.197b . ( ὀρέγομαι ) all-desiring , Adam. 1.16 , 2.41 .
παντο-ρέκτης,ου,ὁ , ̔ῥέζὠ
A.
= πανοῦργος, Ἔρως
Anacreont. 10.11 , cf. Porph. Abst. 1.42 , Jul. Or. 6.197b .
II. (ὀρέγομαι)all-desiring, Adam. 1.16 , 2.41 .