LSJπαντο-τεχνήςGlossπαντο-τεχνής , ές , = πάντεχνος , Orph. H. 10.20 .παντο-τεχνής,ές,A.= πάντεχνος , Orph. H. 10.20 .ReferencesOrph. H. 10.20