LSJἀνάφυξιςGlossἀνάφυξις , εως , ἡ , = ἀναφυγή, ἀ. κακῶν Pl. Lg. 713e .ἀνάφυξις,εως,ἡ,A.= ἀναφυγή, ἀ. κακῶνPl. Lg. 713e .ReferencesPl. Lg. 713e