ἀνα-φύρω [ῡ],
A. mix up, confound,
τινάς τισι
Them. Or. 21.260c
:— Pass. , ἀναμὶξ ἦν πάντα ὁμοίως ἀναπεφυρμένα
Hdt. 1.103
, cf. Epicur. Fr. 250 , Metrod. 1 .
2. defile,
μάστιξι καὶ αἵματι ἀναπεφυρμένος
Hdt. 3.157
, cf. E. Ba. 742 .
mix up, confound,
ἀνα-φύρω [ῡ],
A. mix up, confound,
τινάς τισι
Them. Or. 21.260c
:— Pass. , ἀναμὶξ ἦν πάντα ὁμοίως ἀναπεφυρμένα
Hdt. 1.103
, cf. Epicur. Fr. 250 , Metrod. 1 .
2. defile,
μάστιξι καὶ αἵματι ἀναπεφυρμένος
Hdt. 3.157
, cf. E. Ba. 742 .