πᾰν-ώλεθρος,ον, (ὄλεθρος)
A. utterly destroyed, π. ἐξαπόλλυται
Hdt. 6.37
( v.l. -θρως , found also Apollod. 3.16.2 ); πανωλέθρους τὸ πᾶν . . ὀλέσθαι
S. El. 1009
;π. πεσεῖν, γενέσθαι, A. Ch. 934 , Eu. 552 (lyr.); πόλιν πανώλεθρον ἐκθαμνίσαι
Id. Th. 71
; γένος π. ἀναστρέψαι
Ar. Av. 1239
; π. ξυναρπάσαι τινά
S. Aj. 839
, etc.
2. in moral sense,utterly abandoned, τοῖς π. Ἀτρείδαις
Id. Ph. 322
; ἡ π. μήτηρ
E. El. 86