παπταίνω,aor. ἐπάπτηνα(in Hom. always without augm.): Ep. Verb,
A. look about one with a sharp, searching glance, πάντοσε παπταίνων, ὥς τ' αἰετός
Il. 17.674
; δεινὸν π., αἰεὶ βαλέοντι ἐοικώς
Od. 11.608
, cf. Il. 13.551 , etc.; πάντοσε παπταίνοντε, φόνον ποτιδεγμένω αἰεί
Od. 22.380
; πάπταινε καὶ φρόντιζε
A. Pr. 1034
; μηκέτι πάπταινε πόρσιον
Pi. O. 1.114
: folld. by a relat. clause, πάντοσε παπταίνων, μή τις χρόα χαλκῷ ἐπαύρῃ
Il. 13.649
, cf. A. Pr. 336 ;πάπτηνεν δὲ ἕκαστος, ὅπῃ φύγοι αἰπὺν ὄλεθρον looked about[to see] how . . , Il. 16.283 ; πάπτηνεν . . , εἴ τις ἔτ' ἀνδρῶν ζωὸς ὑποκλοπέοιτο