παραβλώσκω, poet.pf. παρμέμβλωκα,
A. go beside, esp. for the purpose of protecting, τῷ δ' αὖτε φιλομμειδὴς Ἀφροδίτη αἰεὶ παρμέμβλωκε
Il. 4.11
; ἦ γάρ οἱ αἰεὶ μήτηρ παρμέμβλωκεν
24.73
.
go beside
παραβλώσκω, poet.pf. παρμέμβλωκα,
A. go beside, esp. for the purpose of protecting, τῷ δ' αὖτε φιλομμειδὴς Ἀφροδίτη αἰεὶ παρμέμβλωκε
Il. 4.11
; ἦ γάρ οἱ αἰεὶ μήτηρ παρμέμβλωκεν
24.73
.