παράγγ-ελμα,ατος,τό,
A. message transmittedby beacons, φλογὸς παραγγέλμασιν
A. Ag. 480
(lyr.).
II. order, word of command, Lys. 12.17 ;παράγγελμα ἐχόντων μὴ χωρίζεσθαιTest. ap. D. 21.168 ;ἀπὸ παραγγέλματοςbyword of command, Th. 8.99 ; ἐκ π.
Plb. 1.27.8
, etc.; διδόναι τὰ παραγγέλματα
Id. 10.23.9
; ἄρχων παντὸς π.
LXX 1 Ki. 22.14
.
b. mobilization order,
PHib. 1.78
(iii B. C.);mobilization, μὴ εἶναί σε ἐμ βασιλικῷ π.
PBaden 48.10
(ii B. C.), cf. Ostr. 1535