παραγλύφω [ῠ],
A. counterfeit, τὰς σφραγῖδας
D.S. 1.78
.
II. cut a notch, παραγλύψαντα χρὴ τοῦ ὀστέου ἐνέδρην τῷ μοχλῷ ἀσφαλέα ποιῆσαι
Hp. Fract. 31
, cf. Gal. 2.461 , UP 13.3 .
counterfeit
παραγλύφω [ῠ],
A. counterfeit, τὰς σφραγῖδας
D.S. 1.78
.
II. cut a notch, παραγλύψαντα χρὴ τοῦ ὀστέου ἐνέδρην τῷ μοχλῷ ἀσφαλέα ποιῆσαι
Hp. Fract. 31
, cf. Gal. 2.461 , UP 13.3 .