παρα-δύομαι, Med. with intr.aor.
Act.
παρέδυν(v. infr.):pf.
A.
παραδέδῡκα
Aeschin. 3.37
:—creep, slink, orsteal past, ταῦτα δ' ἐγὼν αὐτὸς τεχνήσομαι . . , στεινωπῷ ἐν ὁδῷ παραδύμεναι
Il. 23.416
; ἐκδρᾶσα παρέδυν
Ar. Ec. 55
.
2. creeporsteal in, ἐς τὰν ἀκοάν
Archyt. 1
; ὅτε πρῶτον ἐκεῖνος εἰς Πελοπόννησον παρεδύετο
D. 18.79
; ἡ παρανομία λανθάνει παραδυομένη
Pl. R. 424d