παρα-κάλυμμα[κᾰ],ατος,τό ,
A. anything hung up besideorbefore so as to covera thing,covering, curtain, Plu. Alex. 51 , etc.
2. metaph.,veil, cloak, τῶν κακῶν
Antiph. 167
; ἀφεγγὲς λήθης π.
LXX Wi. 17.3
; γήρᾳ π. τοῦ χρόνου ποιούμενος
J. AJ 16.8.1
; π. τῆς ἡδονῆς τὸ σκότος προθέσθαι
Plu. 2.654d
;excuse, pretext, τῇ λύρᾳ π. χρώμενος
Id. Per. 4
; ἐχρήσατο τῆς ἀπορίας -καλύμματι
Id. 2.27e
, cf. Ph. 2.186 .