παρακτικός,ή,όν, (παράγω)
A. productive,πᾶν τὸ π. ἄλλου Κρε<>ττὁν
ἐστι τῆς τοῦ παραγομένου φύσεως
Procl. Inst. 7
, cf. Dam. Pr. 32 , Ascl. in Metaph. 35.13 ;π. δύναμιςprob. in Procl. in Prm. p.893
S.
productive
παρακτικός,ή,όν, (παράγω)
A. productive,πᾶν τὸ π. ἄλλου Κρε<>ττὁν
ἐστι τῆς τοῦ παραγομένου φύσεως
Procl. Inst. 7
, cf. Dam. Pr. 32 , Ascl. in Metaph. 35.13 ;π. δύναμιςprob. in Procl. in Prm. p.893
S.