ἀναχωρ-έω, Locr. , Cret.ἀνχ-,
A. go back,
πόλινδε ἂψ ἀναχωρήσουσιν
Il. 10.210
, cf. Od. 17.461 .
b. walk backwards,of oxen feeding, Hdt. 4.183 .
2. in Il. , mostly,retire, withdrawfrom battle, ἀλλά ς' ἔγωγ' ἀναχωρήσαντα κελεύω ἐς πληθὺν ἰέναι
Il. 17.30
; τόφρ' ἀναχωρείτω
11.189
, cf. 4.305 , 20.335 , etc.: in Prose, μάχης οὔσης εἰς τοὐπίσω ἀ.
Lys. 14.6
; φυγῇ ἀ.
Pl. Smp. 221a
; generally,retire, withdraw,
μεγάροιο μυχόνδε
Od. 22.270