LSJἄνδεργμα:Glossἄνδεργμα: ὁ ἐπὶ τῆς τραγικῆς σκηνῆς παραγόμενος παράκοτος, Hsch.ἄνδεργμα: ὁ ἐπὶ τῆς τραγικῆς σκηνῆς παραγόμενος παράκοτος,Hsch.